Του Γ. Μπακόλα

Η ευρωπαϊκή παρέμβαση για το αυξημένο κόστος των λιπασμάτων προσφέρει μια άμεση γραμμή άμυνας στους παραγωγούς. Για την Ελλάδα, όμως, η σημαντικότερη ίσως διάσταση βρίσκεται πέρα από την έκτακτη ενίσχυση: στη δυνατότητα να αναδιατάξει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και να αποφασίσει ποιες ανάγκες θα χρηματοδοτήσει κατά προτεραιότητα το 2027.




Για το ημερολογιακό έτος 2027, η χώρα μπορεί να αυξήσει τα κονδύλια των άμεσων ενισχύσεων έως κατά 139.238.400 ευρώ ή, αντίθετα, να τα μειώσει έως κατά 472.915.011 ευρώ, μεταφέροντας πόρους προς παρεμβάσεις αγροτικής ανάπτυξης. Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν νέα ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Αποτυπώνουν τα ανώτατα όρια εσωτερικής ανακατανομής μεταξύ των δύο πυλώνων της ΚΑΠ.

Η απόφαση που θα κληθεί να λάβει η ελληνική πλευρά δεν είναι απλώς λογιστική. Μια αύξηση των άμεσων ενισχύσεων θα ενίσχυε άμεσα τη ρευστότητα των εκμεταλλεύσεων. Μια σημαντική μεταφορά προς τον δεύτερο πυλώνα θα μπορούσε, αντιθέτως, να χρηματοδοτήσει επενδύσεις, σχέδια εκσυγχρονισμού, υποδομές, νέες τεχνολογίες και παρεμβάσεις που μειώνουν μακροπρόθεσμα το κόστος παραγωγής.

Το πραγματικό ερώτημα είναι επομένως πού θα τοποθετήσει η Ελλάδα το κέντρο βάρους της αγροτικής πολιτικής της. στην προσωρινή ανακούφιση του εισοδήματος ή στη χρηματοδότηση μιας περισσότερο ανθεκτικής παραγωγικής βάσης. Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη, καθώς οι αγρότες χρειάζονται σήμερα ρευστότητα, αλλά ταυτόχρονα η χώρα εξακολουθεί να εμφανίζει μεγάλες ανάγκες σε αρδευτικά έργα, αποθήκευση, ενεργειακή αυτονομία, γεωργία ακριβείας και ορθολογικότερη θρέψη των καλλιεργειών.

Στο ίδιο ευρωπαϊκό πλαίσιο, τα κράτη-μέλη αποκτούν μεγαλύτερη ευελιξία για την ταχύτερη καταβολή προκαταβολών των άμεσων ενισχύσεων, ακόμη και πριν από τις 16 Οκτωβρίου 2026.

Οι παραγωγοί χρηματοδοτούν την αγορά λιπασμάτων, σπόρων, φυτοπροστατευτικών, καυσίμων και τις βασικές καλλιεργητικές εργασίες αρκετούς μήνες πριν εισπράξουν τις κοινοτικές ενισχύσεις. Μια ουσιαστική προκαταβολή μπορεί να μειώσει την ανάγκη τραπεζικού δανεισμού ή αγορών με πίστωση και να περιορίσει μέρος της οικονομικής πίεσης στην αρχή της νέας καλλιεργητικής περιόδου.

Η πρόβλεψη, ωστόσο, θα έχει αξία μόνο εφόσον ο διοικητικός μηχανισμός είναι έτοιμος. Οι έλεγχοι, η επεξεργασία των δηλώσεων και η διασταύρωση των στοιχείων πρέπει να ολοκληρωθούν εγκαίρως. Διαφορετικά, μια ευρωπαϊκή δυνατότητα ταχύτερης πληρωμής κινδυνεύει να παραμείνει χωρίς πρακτικό αντίκρισμα για τον παραγωγό.

Η πρόσφατη ελληνική διαδικασία για την ενίσχυση αγοράς λιπασμάτων δείχνει ήδη πόσο κρίσιμη είναι η διοικητική προετοιμασία. Οι αιτήσεις υποβάλλονται μέσω του myBusinessSupport, με στοιχεία που αντλούνται από το myDATA, ενώ οι δικαιούχοι καλούνται να επιλέξουν τα σχετικά παραστατικά και να δηλώσουν την καθαρή αξία των αγορών λιπασμάτων.

Η ευρωπαϊκή απόφαση αντιμετωπίζει την άμεση πίεση, δεν λύνει όμως το βαθύτερο πρόβλημα. Η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από εισαγόμενες πρώτες ύλες, φυσικό αέριο και διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες. Όταν διαταράσσονται οι ενεργειακές αγορές ή οι θαλάσσιες μεταφορές, η ανατίμηση περνά γρήγορα στην παραγωγή λιπασμάτων και, από εκεί, στο κόστος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Γι’ αυτό η επόμενη φάση της πολιτικής δεν μπορεί να περιοριστεί σε αποζημιώσεις. Χρειάζεται να συνδεθεί με πρακτικές που βελτιστοποιούν τη χρήση των λιπασμάτων και ενθαρρύνουν τη στροφή προς βιολογικά, οργανικά, κυκλικά και χαμηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος προϊόντα.

Τα οργανικά λιπάσματα μπορούν να επιστρέψουν θρεπτικά στοιχεία στο έδαφος και να μετατρέψουν υπολείμματα ή ροές αποβλήτων σε παραγωγικούς πόρους. Οι βιοδιεγέρτες μπορούν να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα της θρέψης και να βοηθήσουν τις καλλιέργειες να διαχειριστούν καλύτερα την ξηρασία, τη ζέστη και τις άλλες μορφές κλιματικής πίεσης.

Επιχειρήσεις όπως η Andermatt, η Corteva Agriscience, η Bayer και η Syngenta επενδύουν ήδη σε λύσεις φυσικής προέλευσης, βιολογικά προϊόντα και τεχνολογίες βελτιωμένης θρέψης. Το ζητούμενο για την ευρωπαϊκή και την ελληνική πολιτική είναι να μεταφέρει αυτή την επιστημονική και παραγωγική δυνατότητα από τις μεμονωμένες εφαρμογές στην κλίμακα που απαιτεί η γεωργία.

Δεν υπάρχει πραγματικό δίλημμα ανάμεσα στα συμβατικά ανόργανα λιπάσματα και στις νέες λύσεις. Η παραγωγή δεν μπορεί να αλλάξει από τη μία ημέρα στην άλλη ούτε να στηριχθεί σε μια ιδεολογική αντιπαράθεση γύρω από τις εισροές. Αυτό που χρειάζεται είναι ένας λειτουργικός συνδυασμός: επαρκής θρέψη για τη διατήρηση των αποδόσεων, ακριβέστερες εφαρμογές, περιορισμός των απωλειών και σταδιακή υποκατάσταση μέρους των εισαγόμενων πρώτων υλών.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η δυνατότητα κινητοποίησης έως περίπου 18,36 εκατ. ευρώ από πόρους αγροτικής ανάπτυξης για την αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους των λιπασμάτων. Η στήριξη αυτή μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανάσα, αλλά δεν ενεργοποιείται αυτομάτως. Απαιτεί εθνική απόφαση, τροποποίηση του Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ και σαφή καθορισμό των καλλιεργειών, των δικαιούχων και του τρόπου υπολογισμού της ενίσχυσης.

Το στοίχημα για τη χώρα δεν είναι μόνο να μοιράσει γρήγορα και με διαφάνεια ένα έκτακτο κονδύλι. Είναι να αξιοποιήσει τα πολύ μεγαλύτερα περιθώρια ανακατανομής της ΚΑΠ, ώστε η προσωρινή στήριξη να συνδεθεί με μια εθνική στρατηγική θρέψης των καλλιεργειών.

Διότι η επισιτιστική κυριαρχία δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο λίπασμα μπορεί να αγοράσει μια χώρα σε περίοδο κρίσης. Εξαρτάται και από το πόσο αποτελεσματικά μπορεί να το χρησιμοποιεί, πόσο γρήγορα μπορεί να αναπτύξει εγχώριες εναλλακτικές λύσεις και πόσο έγκαιρα μπορεί να προστατεύσει την παραγωγική της βάση.

Πηγή: www.agrocapital.gr