Η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των τελευταίων δεκαετιών. Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat και της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής επιβεβαιώνουν αυτό που οι ίδιοι οι παραγωγοί βιώνουν καθημερινά: το ζωικό κεφάλαιο της χώρας μειώνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς.



Η μείωση αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα στατιστικό στοιχείο. Πρόκειται για μια εξέλιξη που επηρεάζει άμεσα την παραγωγή τροφίμων, το εισόδημα των κτηνοτρόφων, την οικονομία της υπαίθρου και, τελικά, την επισιτιστική ασφάλεια της Ελλάδας.

Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους:

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η πτωτική πορεία συνεχίζεται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2025 ο αριθμός των βοοειδών μειώθηκε κατά 0,4%, των προβάτων κατά 2,2%, των αιγών κατά 2,5% και των χοίρων κατά 0,5% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, σε σύγκριση με πριν από μία δεκαετία, οι απώλειες είναι ακόμη μεγαλύτερες, ιδιαίτερα στα αιγοπρόβατα.

Στην Ελλάδα η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν σημαντική μείωση των βοοειδών το 2024, ενώ η χώρα καταγράφει συνεχή συρρίκνωση του ζωικού της κεφαλαίου και στα αιγοπρόβατα, έναν τομέα στον οποίο παραδοσιακά κατείχε πρωταγωνιστική θέση στην Ευρώπη.

Γιατί μειώνονται τα ζώα;

Οι λόγοι είναι πολλοί και αλληλένδετοι.

Πρώτος και σημαντικότερος είναι το συνεχώς αυξανόμενο κόστος παραγωγής. Οι ζωοτροφές, η ενέργεια, τα καύσιμα, τα φάρμακα και οι κτηνιατρικές υπηρεσίες έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, χωρίς αντίστοιχη αύξηση στις τιμές που λαμβάνει ο παραγωγός.

Την ίδια στιγμή, η έλλειψη εργατικών χεριών, η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και η απουσία νέων ανθρώπων από το επάγγελμα οδηγούν πολλές μονάδες στο κλείσιμο.

Ιδιαίτερα σημαντικό πλήγμα αποτέλεσαν και οι ζωονόσοι των τελευταίων ετών, οι οποίες ανάγκασαν αρκετές εκτροφές να οδηγήσουν μεγάλο αριθμό ζώων σε υποχρεωτική θανάτωση, χωρίς πάντοτε να υπάρχει δυνατότητα άμεσης ανασύστασης του κοπαδιού.

Παράλληλα, οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, οι παρατεταμένες ξηρασίες και η μειωμένη παραγωγή ζωοτροφών επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων.

Οι συνέπειες για την Ελλάδα:

Η συνεχής μείωση του ζωικού κεφαλαίου δημιουργεί αλυσιδωτές επιπτώσεις.

Μικρότερος αριθμός ζώων σημαίνει μικρότερη παραγωγή γάλακτος και κρέατος, γεγονός που αυξάνει την εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη έκθεση στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών και μικρότερη διατροφική αυτάρκεια.

Παράλληλα, πολλές ορεινές και μειονεκτικές περιοχές χάνουν σταδιακά τον βασικό τους οικονομικό πυλώνα. Η κτηνοτροφία δεν αποτελεί μόνο παραγωγική δραστηριότητα, αλλά στηρίζει την απασχόληση, συγκρατεί τον πληθυσμό στην ύπαιθρο και συμβάλλει στη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος.

Η εγκατάλειψη των βοσκοτόπων αυξάνει τον κίνδυνο πυρκαγιών, ενώ μειώνεται και η αξιοποίηση σημαντικών φυσικών πόρων της χώρας.

Τι χρειάζεται να γίνει:

Η αντιστροφή της κατάστασης απαιτεί μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική.

Απαιτούνται ουσιαστικά μέτρα για τη μείωση του κόστους παραγωγής, ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ζωοτροφών, αποτελεσματικότερη διαχείριση των ζωονόσων, επενδύσεις στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό των μονάδων και ουσιαστικά κίνητρα για την είσοδο νέων ανθρώπων στην κτηνοτροφία.

Εξίσου σημαντική είναι η ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας των ελληνικών προϊόντων μέσω πιστοποιήσεων ποιότητας, εξωστρέφειας και καλύτερης σύνδεσης παραγωγού και καταναλωτή.

Η συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου δεν αποτελεί απλώς ένα πρόβλημα του πρωτογενούς τομέα. Είναι ένα εθνικό ζήτημα που αφορά την οικονομία, την περιφέρεια, την επισιτιστική ασφάλεια και την αυτάρκεια της χώρας.

Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι η μείωση των ζώων αποτελεί ευρωπαϊκή τάση. Ωστόσο, στην Ελλάδα οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές λόγω της μεγάλης σημασίας που έχει η κτηνοτροφία για τις ορεινές περιοχές, την παραγωγή ποιοτικών προϊόντων ΠΟΠ και τη συνολική αγροτική οικονομία.

Η διατήρηση και η ανανέωση του ζωικού κεφαλαίου δεν είναι απλώς θέμα στήριξης ενός επαγγέλματος. Είναι επένδυση στο μέλλον της ελληνικής υπαίθρου και στη διατροφική ασφάλεια των επόμενων γενεών.

Πηγή: www.farmstories.gr