Ο Carlos Palomar, CEO της AEPLA, υποστηρίζει ότι η ευρωπαϊκή ελαιοκομία χρειάζεται ταχύτερη πρόσβαση στις καινοτομίες της φυτοπροστασίας, προειδοποιώντας ότι οι καθυστερήσεις στις εγκρίσεις και το ασαφές κανονιστικό πλαίσιο περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα των ελαιώνων απέναντι στις νέες προκλήσεις.
Η καινοτομία στη φυτοπροστασία εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς, όμως οι νέες τεχνολογίες και τα επιστημονικά επιτεύγματα εξακολουθούν να φτάνουν με μεγάλη καθυστέρηση στον ελαιοπαραγωγό. Αυτή είναι η βασική θέση που διατυπώνει ο Carlos Palomar, διευθύνων σύμβουλος της AEPLA, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στο ισπανικό περιοδικό Oleo Revista, αναδεικνύοντας ένα ζήτημα που αφορά εξίσου και την ελληνική ελαιοκομία.
Η επιστήμη προχωρά αλλά οι παραγωγοί περιμένουν
Οι λύσεις βιολογικής καταπολέμησης δεν αρκούν από μόνες τους
Το νέο πακέτο Omnibus δεν λύνει ακόμη το πρόβλημα
Τα drones παραμένουν σε θεσμική εκκρεμότητα
Η ψηφιακή γεωργία αλλάζει ήδη την ελαιοκαλλιέργεια
Η γονιδιακή επεξεργασία μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για το μέλλον
Η καινοτομία χρειάζεται και τους κατάλληλους κανόνες
Σύμφωνα με τον Carlos Palomar, η Ισπανία συγκαταλέγεται στις πλέον ψηφιοποιημένες αγροτικές οικονομίες της Ευρώπης. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις του κλάδου επενδύουν σημαντικά ποσά στην ανάπτυξη νέων φυτοπροστατευτικών προϊόντων, βιολογικών λύσεων, βιοτεχνολογίας και εργαλείων γεωργίας ακριβείας.
Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτών των καινοτομιών καθυστερεί σημαντικά λόγω των χρονοβόρων διαδικασιών αδειοδότησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως επισημαίνει, το αποτέλεσμα είναι οι παραγωγοί να μένουν συχνά χωρίς επαρκή εργαλεία απέναντι σε έντομα, ασθένειες και στις ολοένα εντονότερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου ο δάκος, το κυκλοκόνιο και η λειψυδρία αποτελούν μόνιμες προκλήσεις, η συγκεκριμένη διαπίστωση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Ο επικεφαλής της AEPLA υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη λύσεων βιολογικής καταπολέμησης αποτελεί απαραίτητη κατεύθυνση για μια πιο βιώσιμη γεωργία. Ωστόσο, θεωρεί λανθασμένη την αντίληψη ότι μπορούν ήδη να αντικαταστήσουν πλήρως τα συμβατικά φυτοπροστατευτικά προϊόντα.
Κατά την άποψή του, η αποτελεσματικότητα, η διαθεσιμότητα αλλά και το κόστος πολλών βιολογικών λύσεων δεν επιτρέπουν ακόμη την πλήρη υποκατάσταση των συμβατικών επιλογών. Η παρουσίασή τους ως μοναδικής λύσης, σημειώνει, δημιουργεί υπερβολικές προσδοκίες και αυξάνει την αβεβαιότητα των παραγωγών.
Ο Carlos Palomar αναφέρεται και στο πρόσφατο νομοθετικό πακέτο Omnibus Food & Feed της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο φιλοδοξεί να απλοποιήσει το πλαίσιο έγκρισης των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
Παρότι αναγνωρίζει ότι πρόκειται για μια θετική πρωτοβουλία, εκτιμά ότι οι προτεινόμενες αλλαγές δεν διασφαλίζουν ακόμη ταχύτερες και πιο προβλέψιμες διαδικασίες.
Όπως τονίζει, όσο οι εγκρίσεις καθυστερούν, οι ελαιοπαραγωγοί θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στην αποτελεσματική αντιμετώπιση εχθρών και ασθενειών που επηρεάζουν κάθε χρόνο την παραγωγή και την οικονομική βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χρήση drones για εφαρμογές φυτοπροστασίας.
Ο Carlos Palomar υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ακρίβεια στους ψεκασμούς, να περιορίσει την έκθεση εργαζομένων και περιβάλλοντος στα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και να μειώσει το συνολικό κόστος των εφαρμογών.
Παρόλα αυτά, η απουσία ενιαίου ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου εξακολουθεί να εμποδίζει την ευρεία αξιοποίησή της, αφήνοντας τις σχετικές αποφάσεις στα κράτη-μέλη.
Παρά τις θεσμικές δυσκολίες, ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι η γεωργία ακριβείας αναπτύσσεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς.
Αισθητήρες, δορυφορικά δεδομένα, αλγόριθμοι και τεχνολογίες υπερφασματικής απεικόνισης επιτρέπουν ήδη την παρακολούθηση της υδατικής κατάστασης των ελαιόδεντρων, της θρεπτικής τους κατάστασης, της ωρίμανσης του καρπού αλλά και της έγκαιρης ανίχνευσης προσβολών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι τεχνολογίες αυτές μπορούν να συμβάλουν σε εξοικονόμηση νερού, αποτελεσματικότερη λίπανση, καλύτερο προγραμματισμό της συγκομιδής και τελικά σε υψηλότερη ποιότητα ελαιολάδου και μεγαλύτερη οικονομική απόδοση.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις νέες γονιδιωματικές τεχνολογίες (NGTs), όπως η μέθοδος CRISPR-Cas.
Ο Carlos Palomar θεωρεί ότι η Ευρώπη κινείται με πολύ αργούς ρυθμούς στη διαμόρφωση του σχετικού θεσμικού πλαισίου, την ώρα που άλλες χώρες προχωρούν ήδη στην ανάπτυξη και αξιοποίηση νέων ποικιλιών.
Κατά την άποψή του, η δημιουργία ελαιοδέντρων με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην ξηρασία, στις ασθένειες και στις ακραίες κλιματικές συνθήκες μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πλεονέκτημα για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής ελαιοκομίας.
Κλείνοντας το άρθρο του, ο Carlos Palomar υπογραμμίζει ότι η επιστημονική γνώση υπάρχει και οι παραγωγοί είναι έτοιμοι να αξιοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες.
Εκείνο που, σύμφωνα με τον ίδιο, εξακολουθεί να λείπει είναι ένα σταθερό, προβλέψιμο και επιστημονικά τεκμηριωμένο κανονιστικό πλαίσιο που θα επιτρέπει στις καινοτομίες να φτάνουν έγκαιρα στον αγρό.
Όπως επισημαίνει, μόνο έτσι η καινοτομία θα πάψει να παραμένει στα εργαστήρια και θα μετατραπεί σε πραγματικό εργαλείο για τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα της ελαιοκαλλιέργειας στην Ευρώπη.
Πηγή: www.oleorevista.com

Δημοσίευση σχολίου
Δημοσίευση σχολίου